Οι εγκληματικές οργανώσεις που είναι ενεργές στα Δυτικά Βαλκάνια, έχουν αποδειχθεί πολύ ικανές να εκμεταλλευτούν την εξέλιξη της πανδημίας και των σχετικών κυβερνητικών αντιδράσεων, για να επεκτείνουν τις δραστηριότητες τους σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο.
Ο βασικός ρόλος που διαδραμάτισε η Ευρωπαϊκή Ένωση το τελευταίο διάστημα για να προωθήσει το κράτος δικαίου και θεσμικές μεταρρυθμίσεις έναντι του οργανωμένου εγκλήματος στην περιοχή, κινδυνεύουν με πισωγύρισμα δεδομένων των περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων μετά από τον κορονοϊό και την αυξανόμενη επιρροή της Κίνας μέσω της διπλωματίας της οικονομίας και των επενδύσεων.
Οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου θα δυσκολευτούν να αποτρέψουν κυβερνητικές οργανώσεις από το να διεισδύσουν περαιτέρω στις οικονομίες της περιοχής εν μέσω αυξανόμενων δημοσιονομικών περιορισμών.
Οι κυβερνήσεις των Δυτικών Βαλκανίων θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν τις τρέχουσες δύσκολες συνθήκες ως ευκαιρία για να αναπροσδιορίσουν τις μέσο-μακροπρόθεσμες προτεραιότητες στις προσπάθειές τους εναντίον του οργανωμένου εγκλήματος.
Ωστόσο, για να πετύχουν οι προσπάθειες αυτές, θα χρειαστεί συνεχής πολιτική και επιχειρησιακή στήριξη και άλλων χωρών, δεδομένης της εκτεταμένης διεθνούς εμβέλειας των περιφερειακών εγκληματικών οργανώσεων.
Μετά από την όποια αρχική αναστάτωση στις δραστηριότητες τους, οι ομάδες οργανωμένου εγκλήματος στα Δυτικά Βαλκάνια επωφελούνται τώρα από την εν εξελίξει κρίση του κορονοϊού, εκμεταλλευόμενες τις μακροχρόνιες διαρθρωτικές ευπάθειες της περιοχής.
Τα κυβερνητικά μέτρα για την συγκέντρωση πληροφοριών αναφορικά με τον κορονοϊό και τη μείωση του πεδίου των αιτημάτων ελευθερίας της πληροφόρησης, ενδέχεται να υπονομεύσουν τις προσπάθειες των ανεξάρτητων ΜΜΕ να αποκαλύψουν περιπτώσεις διαφθοράς, κακοδιαχείρισης και συναφών εγκληματικών δραστηριοτήτων.
Μέσω της διαδικασίας διεύρυνσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει διαδραματίσει έναν κρίσιμο ρόλο στο να προωθήσει θεσμικές μεταρρυθμίσεις για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος στην περιοχή.
Ωστόσο, η συνεχιζόμενη ελκυστικότητα της ΕΕ ως μοντέλο, θα εξαρτηθεί από το εύρος της στήριξης της στην περιοχή, για την αντιμετώπιση των επιδράσεων της πανδημίας και την οικονομική ανάκαμψη.
Το project της ΕΕ μπορεί να χάνει έδαφος σε σχέση με τα μαζικά επενδυτικά projects της Κίνας στα Δυτικά Βαλκάνια και τη ρωσική επιρροή.
Οι εγκληματικές οργανώσεις των Βαλκανίων έχουν εκτεταμένα επιχειρηματικά συμφέροντα και είναι επομένως όλο και περισσότερο σε θέση να μοχλεύσουν -και να προσαρμοστούν- στην εξέλιξη της πανδημίας και των σχετικών κυβερνητικών μέτρων σε παγκόσμια κλίμακα.
Είναι επομένως σε παγκόσμιο επίπεδο αυτό που πρέπει να αντιμετωπίσουν. Παρά τις μεγάλες προκλήσεις που έχει φέρει η πανδημία, προσφέρει μια ευκαιρία για στρατηγικές αλλαγές στην ιεράρχηση πολιτικών και επιχειρήσεων, με στόχο τη διακοπή του σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος.
Η συνέχιση της συνεργασίας μεταξύ της ΕΕ και των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην φάση ανάκαμψης μετά την πανδημία, θα είναι απαραίτητη για την επιτυχία στον τομέα επιβολής του νόμου.
. Κυριολεκτικά μιλώντας, η βία ορίζεται μέσα από την «άσκηση σωματικής ή ψυχολογικής δύναμης, πίεσης με σκοπό την επιβολή της θέλησης κάποιου» και έτσι η βία γίνεται συνώνυμο του εξαναγκασμού και του καταναγκασμού. Εμπλέκει «ατομικές συμπεριφορές που εκ προθέσεως απειλούν ή προκαλούν σωματική, σεξουαλική ή ψυχολογική βλάβη σε άλλους ή στο ίδιο το υποκείμενο»3.
Οι ορισμοί της βίας ποικίλλουν, ωστόσο, ανάλογα με το χωροχρονικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνεται, καθώς και τις κοινωνικές παραδόσεις, για δύο αλληλένδετους λόγους:
- i) Διότι υπάρχει ένα μη σταθερό όριο ανοχής πέραν του οποίου η βία προσλαμβάνεται ως τέτοια επειδή παύει να είναι ανεκτή. Πρόκειται για το λεγόμενο «κατώφλι ανοχής» της κάθε κοινωνίας, το οποίο προσδιορίζεται στη βάση πολιτισμικών χαρακτηριστικών που διαμορφώνονται μέσα από την ιστορική εξέλιξη της δεδομένης κοινωνίας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σωματική τιμωρία των παιδιών στο σχολείο ή στην οικογένεια για ‘εκπαιδευτικούς’ λόγους4, συμπεριφορά που εθεωρείτο θεμιτή και ήταν ευρύτατα διαδομένη πριν μερικά χρόνια ακόμα και στη χώρα μας, αλλά μετά το 2006 –με το νόμο 3500 για την ενδοοικογενειακή βία- αποτελεί πλέον ποινικό αδίκημα έστω και αν σπάνια καταγγέλλεται ώστε να ακολουθήσει τη δικαστική οδό.
- ii) Διότι, επίσης, η βία δεν αποτελεί πάντοτε παράνομη/εγκληματική βία, δεδομένου ότι υπάρχουν και μορφές ‘νόμιμης’ βίας. Είναι ενδεικτικό ότι επί ολόκληρους αιώνες οι κοινωνίες αποδέχονταν τις σωματικές ποινές5, ενώ σε ορισμένες κοινωνίες ισχύει ακόμη και σήμερα η θανατική ποινή. Αντίστοιχα, τα βασανιστήρια αποτελούσαν επί αιώνες κύρια μέθοδο ανάκρισης στις εγκληματικές υποθέσεις και όταν ίσχυε το σύστημα της «νομικής απόδειξης» οι ποινικοί νόμοι περιέγραφαν τα βασανιστήρια που θα οδηγούσαν στη «βασίλισσα των αποδείξεων» εκείνης της εποχής, που ήταν η ομολογία6. Ενδεικτικό είναι το γεγονός δημιουργίας των λεγόμενων μουσείων βασανιστηρίων σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, τα οποία περιλαμβάνουν στα εκθέματά τους τα κυριότερα όργανα βασανιστηρίων και βέβαια και τη λαιμητόμο.
Εκδηλώσεις ‘νόμιμης βίας’ παραπέμπουν, ενίοτε, σε μορφές άσκησης των αστυνομικών καθηκόντων7, αλλά και στο πλαίσιο ορισμένων αθλημάτων (όπως οι πολεμικές τέχνες κλπ.). Στην κατηγορία της ‘νόμιμης βίας’ εντάσσονται και οι περιπτώσεις νόμιμης άμυνας (22 ΠΚ) ή ακόμα και προάσπισης «με κάθε μέσο» της δημοκρατίας μας όταν κινδυνεύει η βίαιη κατάλυσή της8. Η ιδιαιτερότητα της λεγόμενης ‘νόμιμης βίας’ είναι τα όρια και οι εγγυήσεις που προσδιορίζουν τη χρήση της.
ΙΙ. Παρότι δεν υπάρχει ειδική κατηγορία εγκλημάτων βίας στον ποινικό κώδικα, σε πολλά εγκλήματα γίνεται αναφορά στη χρήση βίας και στις βιαιοπραγίες. Το άρθρο 330 ΠΚ, ενταγμένο στο κεφάλαιο του ποινικού κώδικα που προβλέπει και τιμωρεί τα εγκλήματα κατά της προσωπικής ελευθερίας, τιμωρεί τη βασική μορφή βίας, αναφέροντας: «όποιος χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης εξαναγκάζει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλείται ή κάποιου από τους οικείους του».
Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει, ότι η αντικειμενική υπόσταση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της παράνομης βίας συνίσταται στον εξαναγκασμό άλλου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, για τις οποίες δεν υφίσταται υποχρέωση αυτού με την χρησιμοποίηση από το δράση σωματικής βίας ή απειλής ή άλλης παράνομης πράξης, ή παράλειψης.
Πέρα από αυτή τη βασική μορφή τιμωρίας της βίας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν μας τις παραπάνω επισημάνσεις, διακρίνουμε ως εξής τις κυριότερες μορφές των εγκλημάτων βίας στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες:
– εγκλήματα βίας κατά των προσώπων (όπως: ανθρωποκτονία, σωματικές βλάβες, βιασμός και άλλες μορφές σεξουαλικής βίας, ενδοοικογενειακή βία και ληστεία10)
– εγκλήματα βίας κατά των πραγμάτων (με κύρια αναφορά σε εμπρησμούς, βανδαλισμούς, διαρρήξεις κάθε είδους κλπ.)
– εγκλήματα βίας με πολιτική διάσταση (τρομοκρατία11, εγκλήματα επιβουλής της δημόσιας τάξης12, αντίσταση13, κλπ.)
– εγκλήματα βίας λόγω υπέρβασης της νόμιμης βίας (υπέρβαση ορίων της άμυνας) ακόμα και από πλευράς του κράτους (αστυνομία) και άλλα.
Τα παραπάνω εκδηλώνονται ενίοτε με τη μορφή οργανωμένης εγκληματικότητας.
ΙΙΙ. Αδιαμφισβήτητα, το σοβαρότερο όλων είναι η ανθρωποκτονία, η οποία όταν τελείται εκ προθέσεως (και δεν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις) επισύρει και τη βαρύτερη ποινή που είναι η ισόβια κάθειρξη14. Λόγω ακριβώς της βαρύτητας του εγκλήματος αυτού, ο δείκτης ανθρωποκτονιών καταγράφεται διεθνώς και προσδιορίζει το επίπεδο της βίαιης εγκληματικότητας ανά χώρα.
Σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, υπάρχουν μεγάλες διακυμάνσεις. Σύμφωνα με την τελευταία ευρωπαϊκή εγκληματολογική στατιστική (http://ec. europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php/Crime_statistics), ο δείκτης ανθρωποκτονιών στους 100 000 κατοίκους καταγράφει μια πτωτική τάση των μέσων τιμών τους, κατά το διάστημα 2010-12 συγκριτικά με το 2007-2009. Εξαίρεση αποτελούν τρεις χώρες: η Ελλάδα, η Μάλτα και η Αυστρία, όπου η αναλογία των ανθρωποκτονιών16 στους 100 000 κατοίκους αυξήθηκε αυτό το διάστημα. Ο δείκτης αυτός ήταν 109 το 2007 και έφθασε 129 το 2012, στη χώρα μας.
Παρατηρώντας, εξάλλου, την εξέλιξη του αριθμού των ανθρωποκτονιών εκ προθέσεως, στην ελληνική επικράτεια, από το 2002 έως το 2012, τότε η αύξηση είναι ακόμα μεγαλύτερη (από 94 στις 165), με τις μεγαλύτερες τιμές της το 2010 και 2011.17
Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι ληστείες (ένα ιδιαίτερα βαρύ έγκλημα που αποσκοπεί στην κλοπή αλλά τελείται με τη χρήση ή την απειλή χρήσης βίας κατά προσώπων και ενίοτε συνοδεύεται και από ανθρωποκτονία) μειώθηκαν συνολικά το παραπάνω διάστημα στην Ευρώπη των 28, κατά 4% μεταξύ 2007-2012. Παρόλα αυτά, λίγες χώρες –μεταξύ των οποίων η Ελλάδα, η Κύπρος και η Δανία- υπερδιπλασίασαν τον καταγραφέντα αριθμό ληστειών από το 2007 έως το 2012, ενώ αντίστοιχα αυξήθηκε και ο δείκτης των ληστειών στους 100 000 κατοίκους από 117 (2007) στους 212 (2012). Και πάλι οι μεγαλύτερες καταγραφές αφορούν τα έτη 2010 και 2011.
Είναι σημαντικό να αναφερθεί, μάλιστα, ότι τα τελευταία χρόνια αυξήθηκαν στη χώρα μας οι ληστείες σε οικίες και καταστήματα, ενώ μειώθηκαν εκείνες σε τράπεζες λόγω των μέτρων ασφαλείας που ελήφθησαν18. Πρόκειται για μια μετατόπιση αυτής της μορφής εγκληματικότητας που συνοδεύεται από ταυτόχρονη αύξηση και πιο επιβλαβείς συνέπειες σε ευάλωτα άτομα και κυρίως ηλικιωμένους, οι οποίοι υφίστανται βαρύτατους και εξευτελιστικούς βασανισμούς.
Αναφορικά με τις διαρρήξεις, ένα χαρακτηριστικό έγκλημα με χρήση βίας κατά πραγμάτων που αποσκοπεί στην κλοπή χρημάτων ή άλλων αντικειμένων αξίας από την εστία του θύματος, η συνολική εικόνα για τις 28 ευρωπαϊκές χώρες δείχνει μια αύξηση 14% μεταξύ 2007 και 2012. Η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφηκε στην Ελλάδα (76 %), την Ισπανία (74 %), την Ιταλία (42 %), τη Ρουμανία (41 %) και την Κροατία (40 %). Από την άλλη πλευρά, μεγάλη μείωση σημειώνεται στην Λιθουανία (-36 %) και στη Σλοβακία (-29 %).
Τα σχετικά με τα ναρκωτικά ποινικά αδικήματα (της χρήσης εξαιρουμένης) κατέγραψαν μια μικρή μείωση σε επίπεδο των 28 ευρωπαϊκών χωρών της τάξης του -5 %, το διάστημα 2007-2012. Οι μεγαλύτερες μειώσεις σημειώθηκαν στη Σκωτία (-48 %) την Εσθονία (-40 %) αλλά και στη Γερμανία (-26 %). Αντίθετα, αυξήθηκαν στη Λιθουανία και στη Σουηδία, ενώ σε χώρες εκτός ΕΕ, όπως η Τουρκία, ο αριθμός τους υπερτριπλασιάστηκε. Στην Ελλάδα, ο δείκτης των παραπάνω εγκλημάτων μειώθηκε από το 2008 (128) έως το 2012 (104).
Ο αριθμός των κρατουμένων στις φυλακές της ΕΕ-28 (πλην Σκωτίας) έφθασε τις 643.000 περίπου, το 2012, ενώ η αύξησή τους από το 2007 αγγίζει το 7%. Το διάστημα αυτό, ο σωφρονιστικός πληθυσμός στις φυλακές της Μάλτας αυξήθηκε κατά 53%. Ακολουθεί η Ιταλία και Σλοβακία με 35 % και 34 % αντίστοιχα. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα ο δείκτης κρατουμένων αυξήθηκε από το 2007 (109/100.000) έως το 2012 (111/100.000), παρά τις όποιες συγκυριακές πολιτικές αποφυλάκισης, οι οποίες δεν αντανακλούν πάντα τα απαραίτητα κριτήρια σωφρονιστικής μεταχείρισης.
ΙV. Η αύξηση της βίας που συνοδεύει κυρίως εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας (κλοπές, διαρρήξεις) και η οποία είναι, ενίοτε, ιδιαίτερα δυσανάλογη με το προσποριζόμενο παράνομο όφελος, διαφοροποιεί σημαντικά την έως πριν μερικά χρόνια εικόνα του εγκλήματος στη χώρα μας. Η ποιοτική αυτή διαφοροποίηση ενισχύεται και από τη χρήση βαρέων όπλων (όπως π.χ., καλάζνικοφ) στο κοινό έγκλημα, ενώ πολύ συχνά πλέον οι ληστείες συνοδεύονται από βασανιστήρια ή και βιασμούς των θυμάτων.
Δεδομένου ότι τα παραπάνω εντάσσονται στο «καθημερινό» έγκλημα της ληστείας στο δρόμο, στο σπίτι ή στο κατάστημα, το οποίο παρεμβάλλεται στις καθημερινές δραστηριότητες του μέσου πολίτη και όχι κάποιου «ειδικού» στόχου λόγω πλούτου ή εξουσίας, η βία που το χαρακτηρίζει έχει πολύ σημαντικές κοινωνιοψυχολογικές συνέπειες σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο.
Οι εξηγητικοί παράγοντες είναι περισσότεροι του ενός και σίγουρα δεν εξαντλούνται στην εύκολη προσφυγή στο ρόλο της οικονομικής κρίσης, που προσφέρεται ενίοτε για απλουστευμένες αιτιολογήσεις19. Είναι προφανές ότι η οικονομική κρίση και η παγκοσμιοποίηση δεν άφησαν ανεπηρέαστη ούτε την εγκληματικότητα, η ποσοτική και ποιοτική μετεξέλιξη της οποίας είναι ενδεικτική της γενικότερης επιδείνωσής της. Έτσι και παρότι δεν επαληθεύεται άμεση σύνδεση μεταξύ μακροκοινωνικών φαινομένων με ατομικές συμπεριφορές, το περιβάλλον της κρίσης, με τη γενικότερη έννοια, συναρτάται θετικά με τη δημιουργία ανομικών και συγκρουσιακών καταστάσεων, όπως η εγκληματικότητα, με συνέπεια να αυξάνουν τις ατομικές και κοινωνικές ανασφάλειες των πολιτών. Η θέση αυτή δεν νομιμοποιεί ουδεμία άμεση σύνδεση της εγκληματικότητας με οικονομικά ευάλωτα άτομα ή περιοχές20, δεδομένης της αδιαμφισβήτητης διαφοροποίησης της ατομικής συμπεριφοράς ακόμη και σε ομοειδείς συνθήκες καθώς και της αποστασιοποίησης της μεγαλύτερης μερίδας των κατοίκων από την εγκληματικότητα ακόμα και σε περιοχές με ιδιαίτερα υψηλούς εγκληματικούς δείκτες. Κάθε απόπειρα για διαφορετική ερμηνεία επικρίνεται ως απλουστευτική και θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «οικολογική απάτη» (ecological fallacy)21.
Παρόλα αυτά, ακόμα και αν δεν θεμελιώνονται άμεσες συσχετίσεις μεταξύ γενικής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης με ατομικές συμπεριφορές, δεν αμφισβητείται ο ρόλος της στη δημιουργία ενός ευρύτερου κλίματος ανομίας[22] που απορρέει από το πλαίσιο αυτό και οριοθετεί την κρίση όχι μόνο στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών αλλά και –κυρίως- στο αξιακό. Στο πλαίσιο αυτό, επικρατούν κυρίως ατομικιστικές επιδιώξεις και υποβαθμίζονται ή παραγνωρίζονται συλλογικές αξίες όπως η κοινωνική αλληλεγγύη, η αξιοκρατία, η δικαιοσύνη κ.λπ. Οι τάσεις αυτές συνδέονται κατ’ εξοχήν με την ευρύτατη αμφισβήτηση των κοινωνικών και πολιτικών θεσμών και των εκπροσώπων τους.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν, σε παρόμοιες καταστάσεις, οι συνθήκες ανοχής απέναντι στην αναξιοκρατία, στην ατιμωρησία και στην άνιση αντιμετώπιση βάσει επιλεκτικών υποκειμενικών κριτηρίων. Είναι ενδεικτικά όσα είχε καταγράψει έρευνά μας το 200623, αναφορικά με τις απόψεις των πολιτών σχετικά με τους παράγοντες που επηρεάζουν την κρίση των δικαστών και εν τέλει τη δικαστική απόφαση, αναδεικνύοντας τα κριτήρια οικονομικών, προσωπικών ή πολιτικών σχέσεων ως στοιχεία κλονισμού της αμεροληψίας και της ανεξαρτησίας των δικαστών, ως εφαρμοστών του ποινικού νόμου. Η πεποίθηση αυτή κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι σε ένα θεμελιώδη για τη δημοκρατία θεσμό, όπως η δικαιοσύνη και επηρεάζει τις σχέσεις κράτους-πολίτη.
Η διεθνής βιβλιογραφία προκειμένου να εξηγήσει την αύξηση της βίαιης εγκληματικότητας μελετά ιδιαίτερα και το ρόλο των πολιτισμικών παραγόντων που αναδεικνύονται σε συνθήκες συγκρουσιακής ανομοιογένειας. Η πολιτισμική σύγκρουση24 είναι ενδεικτική μιας ευρύτερης κοινωνικής αποδιοργάνωσης με επιδράσεις και στο εγκληματικό φαινόμενο. Στο σημείο αυτό έγκειται η μεγάλη συμβολή της αμερικανικής Κοινωνιολογικής Σχολής του Σικάγο25 η οποία μελέτησε το εγκληματικό φαινόμενο στο πλαίσιο του πρώτου σε όλο τον κόσμο πανεπιστημιακού Τμήματος Κοινωνιολογίας26, σε μια εποχή έντονης οικονομικής κρίσης που συνοδεύθηκε από την ποτοαπαγόρευση, το οργανωμένο έγκλημα και τις ένοπλες συμμορίες.
Αν και δεν πρόκειται για συγκρίσιμες καταστάσεις, η σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης έχει πολλά στοιχεία ευρύτερης κοινωνικής και πολιτισμικής κρίσης που φαίνεται να επηρεάζουν το έγκλημα και να συνδέονται και με την αύξηση της βίας άλλοτε με τη μορφή του κοινού καθημερινού εγκλήματος, άλλοτε με της τρομοκρατίας και άλλοτε με το λεγόμενο έγκλημα μισαλλοδοξίας (hate crime).
Tα εγκλήματα βίας συνδέονται, άλλωστε, παραδοσιακά με το φόβο του εγκλήματος, όπως προκύπτει και από τον ορισμό του J. Léauté, που τον προσδιορίζει ως: «το συλλογικό άγχος των κατοίκων μιας περιοχής, μιας πόλης ή χώρας, το οποίο προέρχεται από το φόβο πιθανής θυματοποίησης των ίδιων ή κοντινών τους προσώπων από βίαιες εγκληματικές επιθέσεις»27. Αντίστοιχα τα δεδομένα από την έρευνα του M. Κillias στη Ζυρίχη συνέδεσαν τα εγκλήματα βίας κατά προσώπων με την «εντύπωση πως το έγκλημα αποτελεί μια απειλή πραγματική και δεόντως σοβαρή, ώστε να επηρεάζει τη διαχείριση της καθημερινότητας σε ατομικό επίπεδο»28. Αντίστοιχα αποτελέσματα προκύπτουν και από τις δικές μας έρευνες στην Αθήνα την τελευταία εικοσαετία29.
Σε κάθε περίπτωση, ο φόβος του εγκλήματος συνδέεται άρρηκτα με το περιβάλλον των μεγάλων πόλεων και εντοπίζεται σε ορισμένες συνοικίες τους, τις πιο εγκαταλελειμμένες. Η σύνδεση του φόβου του εγκλήματος με την εικόνα περί υποβάθμισης ορισμένων συνοικιών της πόλης προκύπτει ανάγλυφα από την αρχική και επαναληπτική έρευνά μας για την ύπαρξη ghettos που πραγματοποιήθηκε, αντίστοιχα, το 2011 και 2013 στις περιοχές που προσδιορίζονται γύρω από πέντε κεντρικές πλατείες της Αθήνας (Κοτζιά, Θεάτρου, Αγ. Κωνσταντίνου, Βάθης και Βικτωρίας)30. Η έρευνα αυτή θεμελίωσε την πρόσληψη της υποβάθμισης της περιοχής κατοικίας τους και τη μετατροπή της σε ghetto με την ένταση της ανασφάλειάς τους.
- V. Συμπερασματικά
Από τα παραπάνω ενδεικτικά, γίνεται σαφής η σύνδεση του περιβάλλοντος της πόλης με το φαινόμενο της βίας αλλά και με τη συνεπακόλουθη αύξηση του φόβου και της ανασφάλειας που βιώνουν οι κάτοικοί της, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν είναι βέβαιοι ότι «θα συμβούν εγκλήματα στη γειτονιά τους» και ότι «σε περίπτωση εγκληματικής επίθεσης οι γείτονές τους δεν θα καλούσαν την αστυνομία» στην οποία επαφίεται κατά τη γνώμη τους το έργο της αντιμετώπισης του εγκλήματος31. Η αίσθηση αυτή συνδέει το φόβο του εγκλήματος όχι μόνο με το έγκλημα αλλά και με τη μη λειτουργία κοινωνικών δικτύων της κοινότητας και άτυπου κοινωνικού ελέγχου.
Απέναντι σε συνθήκες κοινωνικής έντασης, η μόνη δυνατή πρόταση δεν μπορεί παρά να είναι η ορθολογική προσέγγιση του φαινομένου, μέσα από το συνδυασμό βραχυπρόθεσμων μέτρων πρόληψης συνδυασμένων με μέτρα κοινωνικής πρόληψης σε μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη προοπτική, προς όφελος της ποιότητας ζωής των πολιτών, ώστε οι γειτονιές της πόλης να είναι προσιτές στους κατοίκους και στους περαστικούς που θα μπορούν να νιώθουν ταυτόχρονα ασφαλείς αλλά και ελεύθεροι.

