Η 34χρονη Ελληνίδα Ρομά, Λυδία Τζεβάτογλου, κατάφερε να σπάσει τα στερεότυπα και την προγραμματισμένη μοίρα που της επιβάλλει η κοινωνία όπως διαβάσαμε σε συνέντευξή της στην Καθημερινή. Σπούδασε και έκανε το όνειρό της πραγματικότητα.
Δεν παντρεύτηκε πριν κλείσει τα 14, πήγε σχολείο, σπούδασε –και ακόμα σπουδάζει– δουλεύοντας ταυτόχρονα από πολύ μικρή. Στη δική της κοινωνία τίποτα από όλα αυτά δεν είναι αυτονόητο, πολλές φορές δεν είναι καν «σωστό», πολύ περισσότερο όταν είσαι κορίτσι.
Η ίδια μίλησε στην «Καθημερινή» για το πως είναι διαμορφωμένη η δική της κοινωνία και ποιες είναι οι δυσκολίες.
«ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ DNA ΤΩΝ ΤΣΙΓΓΑΝΩΝ, ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΤΗ ΔΙΑΦΟΡΑ»

«Ο δικός μας ο κόσμος και ο δικός σας είναι πολύ διαφορετικοί. Για να καταφέρεις να περάσεις από τον ένα στον άλλο, να κάνεις τη μετάβαση, χρειάζεσαι μεγάλη προσπάθεια αλλά και μεγάλη υποστήριξη απέξω γιατί η δική σου κοινωνία δεν θα σε στηρίξει. Χρειάζεται να απορρίψεις όσα ξέρεις, να χάσεις ανθρώπους, να μετρήσεις τον εαυτό σου με άλλους όρους. Γι’ αυτό πολλοί εγκαταλείπουν την προσπάθεια», λέει. Δεν είναι το DNA των τσιγγάνων, είναι οι συνθήκες που κάνουν τη διαφορά.
Ξυπνάει στις 3-3.30 τα ξημερώματα, ώστε να προλάβει να βρίσκεται στη δουλειά της στον Δήμο Κερατσινίου, στις 5 π.μ. που ξεκινάει η βάρδιά της με το απορριμματοφόρο. Εχει σπουδάσει κοινωνική λειτουργός και βοηθός βρεφονηπιοκόμου και ελπίζει ότι σύντομα θα καταφέρει να βρει κάτι άλλο. Ομως είναι ευχαριστημένη. «Δουλειά να υπάρχει», λέει. Oταν τελειώσει η βάρδιά της επιστρέφει σπίτι και ξεκινάει με τις δουλειές. Μόλις παντρεύτηκε και υπάρχουν δουλειές, πολλές δουλειές που χρειάζεται να γίνουν. «Στη δική μας κοινωνία, δεν υπάρχει το ταπεράκι από τη μαμά», λέει γελώντας.
Έπειτα, διαβάζει και παρακολουθεί μαθήματα. Στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο για να εκπαιδευτεί… στην εκπαίδευση ενηλίκων Ρομά, ένας διετής κύκλος σπουδών για τον οποίο έχει πάρει υποτροφία. Σε ένα πρόγραμμα από την Ευρωπαϊκή Ενωση, το οποίο υλοποιείται από την ΕΕΤΑΑ (Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης), για να μάθει πώς να υποστηρίζει τα παιδιά Ρομά ώστε να μην εγκαταλείπουν το σχολείο. Περίπου στις 11 το βράδυ κλείνουν πια τα μάτια της. Και την επόμενη μέρα πάλι από την αρχή. «Θα κάνω ό,τι μπορώ για να σπάσω την αλυσίδα του αναλφαβητισμού, της αμορφωσιάς. Για να αλλάξω τη ζωή μου, να εξελιχθώ.
Πείσμωσα. Σκεφτόμουν γιατί η «Μαρία» τα καταφέρνει και όχι εγώ. Διάβασα, διάβασα, διάβασα, μέρα νύχτα. Είμαι τσιγγάνα αλλά είμαι και άλλα πράγματα, έχω πολλές ταυτότητες όπως όλοι οι άνθρωποι».
